γαληνισμός

(I)
ο
το ιατρικό σύστημα τού Γαληνού, το οποίο βασίζεται στη θεωρία τών τεσσάρων χυμών, τών τριών βασικών ποιοτήτων και τών τριών πνευμάτων.
————————
(II)
γαληνισμός, ο (Α) [γαληνίζω]
η καταπράυνση, η καθησύχαση.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • γαληνισμόν — γαληνισμός calming masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.